Στη Γάζα, η ζωή στο στόχαστρο: το ημερολόγιο ενός Παλαιστινίου

 Ένας Παλαιστίνιος συγγραφέας περιγράφει με συγκλονιστική αμεσότητα τέσσερις μέρες απ’ τη ζωή του στη Γάζα.  

  • Atef Abu Saif
  • The Guardian,Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014 19.15 BST

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014                                  

Χθες το βράδυ, η κουνιάδα μου, η Huda, ο γιος της και οι τρεις κόρες της αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στο μέρος που μένουμε κι εμείς, στον προσφυγικό καταυλισμό Τζαμπάλια. Συνήθως ζουν στο νότιο τμήμα της Πόλης της Γάζας, σε μια περιοχή που λέγεται Ταλ αλ Χάγουα, στο νοτιότερο άκρο της. Τις τελευταίες πέντε μέρες, τανκς βομβάρδισαν την περιοχή. Σε μια απ’ αυτές τις επιθέσεις μεγάλα κομμάτια από τα συντρίμμια ενός γειτονικού σπιτιού πέταξαν μέσα απ’ τα παράθυρα, ένα άλλο μισό σπίτι μέσα στο σπίτι της Huda.      

Η κουνιάδα μου λέει ότι είναι συνηθισμένοι σε τέτοια πράγματα. Στον πόλεμο του 2008-9, το μισό σπίτι κατέρρευσε όταν το χτύπησε απευθείας ένας πύραυλος, μπαίνοντας οριζόντια από το παράθυρο του καθιστικού. Ο σύζυγός της, ο Hatim ωστόσο, αρνήθηκε να έρθει μαζί της στην Τζαμπάλια αυτή τη φορά. Κανένας άλλος δεν έχει μείνει στο δρόμο τους εκτός από κείνον. Τα τελευταία κανά δυο χρόνια έχει αναπτύξει ένα πάθος να συντηρεί πουλιά. Έχει μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού σε πτηνοτροφείο, μέσα στο οποίο μεγαλώνει περίπου 50 διαφορετικά είδη πουλιών, μεταξύ αυτών κολιμπρί, περιστέρια και σπουργίτια. Προτιμά να μείνει και να φροντίζει τα πουλιά – ποιος άλλος θα το κάνει;

Τώρα είμαστε 14 που ζούμε στο σπίτι του πεθερού μου. Το σπίτι αποτελείται από δύο μόνο δωμάτια. Σήμερα το πρωί υπάρχει μια μακριά ουρά για το μπάνιο. Μόλις μπεις μέσα δεν ακούς παρά τις φωνές εκείνων που περιμένουν να σε προτρέπουν να τελειώσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Την περασμένη βδομάδα τα περισσότερα σπίτια άρχισαν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις νερού. Ο πατέρας μου περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του παρακολουθώντας εμμονικά το επίπεδο στη δεξαμενή του νερού του. Τις προάλλες αναγκάστηκε να μεταφέρει νερό σε νερομπούκαλα από τη δεξαμενή του γείτονα. Εκείνος φιλοξενεί δύο επιπλέον οικογένειες μέσα στο μικρό του σπίτι – εκείνη της αδελφής μου με 12 μέλη και του θείου του με πέντε μέλη – καθώς και την οικογένεια του αδελφού μου, Ιμπραήμ.

Τώρα έχει παντού ουρές. Πριν από λίγες μέρες ζούσαμε μια φυσιολογική ζωή – ξυπνούσαμε στις 8πμ, πλέναμε τα πρόσωπά μας, βουρτσίζαμε τα δόντια μας, τρώγαμε πρωινό, ξεκινούσαμε τη μέρα μας με ό,τι περιλάμβανε η ρουτίνα της καθημερινότητάς μας. Τώρα πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτές τις ρουτίνες και να ζούμε σύμφωνα με την κάθε στιγμή.

Η ζωή γίνεται περίπλοκη. Ελπίζεις να ήσουν πιο απλός και να μπορούσες να αποδεχτείς τα πράγματα πιο εύκολα. Το μικρό μου κοριτσάκι, η Jaffa, που είναι 19 μηνών, τρομοκρατήθηκε εντελώς την πρώτη βδομάδα του πολέμου. Δεν μπορούσαμε να της εξηγήσουμε τι ήταν οι θόρυβοι των εκρήξεων, αλλά μπορούσε εύκολα να καταλάβει το φόβο που διαγράφονταν στα πρόσωπά μας όταν ακούγαμε κάθε έκρηξη. Μετά από μία βδομάδα αρχίσαμε να της λέμε ότι όλα αυτά ήταν θόρυβοι μιας πόρτας που κλείνει γρήγορα ο Naem, ο μεγαλύτερος αδελφός της. Η Jaffa αποδέχτηκε αυτή την εξήγηση και άρχισε να προσαρμόζεται στην κατάσταση. Έφτασε μάλιστα να παίζει με την ιδέα. Τώρα κάθε φορά που ακούει έκρηξη, φωνάζει «Η πόοοοοορτα!» και μετά φωνάζει στον Naem να σταματήσει να την κοπανάει. Στη λογική της Jaffa κάποιος κοπανάει μια πόρτα για να μας κρατήσει όλους φυλακισμένους σ’ αυτή την κατάσταση. Κάθε φορά που κοπανάει η πόρτα είναι μια πόρτα που κλείνει στην ευκαιρία για ειρήνη. Κάθε κραυγή της Jaffa στον αδελφό της Naem να σταματήσει να κοπανάει την πόρτα είναι μάταιη.

Πέμπτη 24 Ιουλίου

Το χειρότερο πράγμα είναι όταν συνειδητοποιείς ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τι συμβαίνει. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, τανκς, drones, μαχητικά F16 και πολεμικά πλοία δεν σταμάτησαν στιγμή. Οι εκρήξεις είναι συνεχείς, πάντα ακούγονται σαν να είναι στη διπλανή πόρτα. Μερικές φορές ότι είναι μέσα στο ίδιο σου το δωμάτιο, ότι τελικά χτυπήθηκες. Μετά το συνειδητοποιείς, είναι μια ακόμη αστοχία. Το κινητό μου έχει ξεμείνει από μπαταρία, άρα δεν μπορώ ν’ ακούσω τα νέα. Αντ’ αυτού ξαπλώνω στο σκοτάδι και μαντεύω τι γίνεται, επινοώ τη δική μου ανάλυση.

Με τον καιρό αρχίζεις να διακρίνεις τους διαφορετικούς τύπους επιθέσεων. Ασυζητητί η πιο εύκολη διάκριση που μαθαίνεις να κάνεις είναι ανάμεσα σε μια αεροπορική επίθεση, μια επίθεση από τανκ, και μια επίθεση από τη θάλασσα. Οι οβίδες που έρχονται από τη θάλασσα είναι οι μεγαλύτερες σε μέγεθος και ο κρότος που κάνουν πολύ πιο βαθύς απ’ οτιδήποτε άλλο μπορείς ν’ ακούσεις. Είναι ένας ήχος που τα περιβάλει και τα καταπίνει όλα: νιώθεις σαν να καταποντίζεται το ίδιο το έδαφος. Συγκριτικά, οι πύραυλοι των τεθωρακισμένων βγάζουν έναν πολύ πιο υπόκωφο ήχο. Οι εκρήξεις τους αφήνουν περισσότερο μια ηχώ στον αέρα, αλλά δεν τις νιώθεις τόσο πολύ από κάτω. Ένας πύραυλος που πέφτει από ένα F16 παράγει ένα ολόφαντο, λαμπερό λευκό φως, καθώς και μακρά αντήχηση. Μία βόμβα από ένα F16 κάνει όλο το δρόμο να χορέψει για λίγο, να ταλαντευτεί για 30 καλά δευτερόλεπτα ή περίπου τόσο. Νιώθεις ότι μπορεί να χρειαστεί να πηδήξεις από το παράθυρο ανά πάσα στιγμή, για να γλιτώσεις την κατάρρευση. Διαφορετικός απ’ όλα τα παραπάνω ωστόσο, είναι ο πύραυλος που δέχεσαι από ένα drone (μη επανδρωμένο αεροσκάφος). Αυτός ο πύραυλος μοιάζει να έχει πιο ισχυρή προσωπικότητα – παράγει ένα οξύ κίτρινο φως στον ουρανό. Λίγα δευτερόλεπτα πριν από ένα χτύπημα από drone, αυτό το λαμπερό φως ξεχύνεται σε όλο τον ουρανό, σαν να μας λέει ο πύραυλος: έφτασε η ώρα του δείπνου, ώρα για γιορτή.

Αυτές είναι απλώς εντυπώσεις φυσικά. Αλλά όταν κάθεσαι κάθε νύχτα στο σαλόνι σου περιμένοντας το θάνατο να σου χτυπήσει την πόρτα, ή να σου στείλει ένα γραπτό μήνυμα, λέγοντάς σου «Ο θάνατος φτάνει σ’ ένα λεπτό», όταν δεν μπορείς ν’ απαντήσεις στη μία ερώτηση στην οποία τα παιδιά σου χρειάζονται μια απάντηση («Πότε θα τελειώσει μπαμπά;»), όταν παλεύεις να μαζέψεις τη δύναμη που χρειάζεσαι κάθε μέρα, μόνο για να βγάλεις τη μέρα … σ’ αυτές τις καταστάσεις, που δεν είναι φυσικά παρά η ίδια κατάσταση, τί άλλο μπορείς να κάνεις πέρα απ’ το να σχηματίζεις «εντυπώσεις».

Ο πόλεμος σε διδάσκει να προσαρμόζεσαι στη λογική του, αλλά δεν μοιράζεται το μεγαλύτερο του μυστικό φυσικά: πως να επιβιώσεις μέσα σ’ αυτόν. Για παράδειγμα, όποτε γίνεται πόλεμος, πρέπει ν’ αφήνεις τα παράθυρα μισάνοιχτα, ώστε η πίεση των εκρήξεων να μην τ’ ανατινάξει. Για να είσαι ακόμη πιο ασφαλής πρέπει να καλύψεις κάθε παράθυρο με κολλητική ταινία, ώστε όταν σπάσει, τα θραύσματα να μην πετάξουν προς τα μέσα, ή να πέσουν πάνω σε ανθρώπους κάτω στο δρόμο. Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ να κοιμάσαι οπουδήποτε κοντά σε παράθυρο. Το καλύτερο μέρος να κοιμηθείς, λένε οι άνθρωποι, είναι κοντά στις σκάλες, καλύτερα από κάτω απ’ τις σκάλες. Η οβίδα που έπεσε πριν από δυο νύχτες προσγειώθηκε 150 μέτρα μακριά, ράπισμα στο κέντρο του νεκροταφείου της Τζαμπάλια. Οι νεκροί δεν πολεμούν, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση αναγκάστηκαν να συμμετέχουν στα βάσανα των ζωντανών. Το επόμενο πρωί, βρώμικα, γκρίζα κόκαλα ήταν σκορπισμένα γύρω από σπασμένες ταφόπλακες.

Παρασκευή 25 Ιουλίου

Καταλαβαίνω ότι είναι Παρασκευή μόνο όταν ξεκινούν οι προσευχές απ’ το τζαμί. Σ’ ένα πόλεμο, οι μέρες δεν μετράνε πια. Όλα προσδένονται στο ρυθμό του, στο λόγο του, στους ήχους και στις σιωπές του.

Αυτό το πρωινό αποφάσισα να πάω στην Πόλη της Γάζας να δω το κέντρο. Ένας νεαρός είναι καβάλα σ’ ένα άλογο που σέρνει ένα κάρο με στρώματα και μαξιλάρια, που μάλλον έβγαλε από τα ερείπια του σπιτιού του, με κατεύθυνση προς κάποιο καταφύγιο, ένα από τα σχολεία της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA), φαντάζομαι. Ο άντρας φωνάζει σ’ έναν άλλο στο δρόμο: «Ποια μέρα του Ραμαζανιού είναι;», «Η 27η» έρχεται η απάντησή του. Αυτό σημαίνει ότι το Έιντ είναι μόνο τρεις ή τέσσερις μέρες από σήμερα. Φυσιολογικά, τώρα θα ετοιμαζόμασταν ήδη για τους εορτασμούς. Κάθε γωνιά της πόλης θα είχε φωτοστολιστεί, τα μαγαζιά θα ήταν ανοιχτά μέρα και νύχτα, γεμάτα με όλα τα τελευταία αποκτήματα-που πρέπει να πάρεις, κυρίως όμορφα ρούχα που θα έπρεπε να φοράμε στο Έιντ. Το Έιντ έχει τη δικιά του μυρωδιά και γεύση, δεν μπορείς να το μπερδέψεις.

Αλλά όχι φέτος. Τώρα, όλα είναι κλειστά. Το μόνο που βλέπω είναι συντρίμμια, γκρεμισμένα κτίρια, τεράστια άσχημα κενά εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν κτίρια, ερείπια. Τα συντρίμμια είναι η μόνη σταθερή εικόνα που μου έρχεται όταν κλείνω τα μάτια μου.

Γυναίκες, μωρά, ηλικιωμένοι άντρες, νεαρά αγόρια και κορίτσια – όλοι αρχίζουν να κατευθύνονται αργά προς την Πλατεία του Άγνωστου Στρατιώτη. Αρχίζουν να ξυπνούν, μερικοί ακόμη τεντώνονται, κοιμισμένοι πάνω σε κομμάτια από χαρτόνι ή από υλικά που έφεραν μαζί τους –λίγοι είναι αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν στρώματα- και τα άπλωσαν στους κήπους της πλατείας για να περάσουν πάνω τους τη νύχτα. Αυτό ήταν το πιο ασφαλές που μπόρεσαν να κάνουν από άποψη καταφυγίου: ο ανοιχτός αέρας. Τα σχολεία της UNRWA, που λειτουργούν σαν προσφυγικοί καταυλισμοί σε όλη τη Γάζα, έχουν γεμίσει εδώ και πάνω από μια βδομάδα. Η φρίκη που έχουν αντικρίσει αυτοί οι άνθρωποι, ο θάνατος που αναγκάστηκαν να γευτούν πίσω στο σπίτι, ήταν αρκετός ώστε να τους κάνει να παρατήσουν τα πάντα και να περάσουν τη νύχτα εκτεθειμένοι έτσι: είτε στους κήπους του Άγνωστου Στρατιώτη, ή στο τριγωνικό κομμάτι με γρασίδι στο μέσον της Οδού Ομάρ αλ Μοχτάρ, απέναντι από το Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο. Αυτοί οι κήποι κανονικά αποτελούν τα γεμάτα αίγλη τμήματα της πόλης, είναι περιτριγυρισμένοι από ακριβά καταστήματα, τα καλύτερα εστιατόρια. Τώρα οι κήποι έχουν γίνει απλώς ένας ακόμη καταυλισμός προσφυγών. Καθώς περνώ από μέσα, βλέπω ότι τα συντριβάνια τουλάχιστον παρέχουν έναν περισπασμό σε κάποια από τ’ αγόρια που τώρα έχουν κατασκηνώσει ανάμεσά τους – εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο το κρύο νερό, γδύνονται και διεκδικούν τα συντριβάνια ως πισίνες, αποφασισμένα να φτιάξουν ένα μικρό δικό τους παράδεισο μέσα σ’ αυτή την κόλαση.

Ξαφνικά ένα F16 σπάει το φράγμα του ήχου από πάνω μας, κροταλίζοντας την πλατεία με την ηχητική του έκρηξη. Όλα τα κεφάλια γυρνούν καθώς σαρώνουμε τον ουρανό για μια ιδέα του που μπορεί να πέσει ο πύραυλος. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το ακούμε: το F16 πήρε το γεύμα του κάπου στη γειτονιά Αλ Ρίμαλ. Όπως όλοι στο δρόμο, τρέχω στο ασφαλέστερο δυνατό μέρος: στο κέντρο του δρόμου. Σε τέτοιες περιπτώσεις μαθαίνεις να μένεις μακριά από τα κτίρια που στέκουν ακόμη όρθια. Τρέχω κατά μήκος του κέντρου του δρόμου, μαζί με όλους τους άλλους, προς τα ερείπια του Πύργου Αλ Ίσρα, που χτυπήθηκε πριν από μια βδομάδα και όπου πέθαναν πολλές οικογένειες. Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα ψηλά κτίρια που χτίστηκαν στη Γάζα μετά τις ειρηνευτικές συμφωνίες του 1994. Αρχιτεκτονικά ήταν αρκετά εντυπωσιακός. Τώρα είναι μόνο ένας λόφος από συντρίμμια, δεν υπάρχει κανένας λόγος ένας πύραυλος να χτυπήσει εκεί. Πίσω στην Τζαμπάλια, η γυναίκα μου η Hanna μαλώνει με τα παιδιά για το αν πρέπει να τους επιτρέψει να βγουν έξω. Θέλουν να δουν το δρόμο και να αναπνεύσουν τον αέρα έξω. Ακόμα κι όταν προσπαθούν να σταθούν στο παράθυρο, να κοιτάξουν πάνω από το γεμάτο πρόσφυγες σχολείο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, η Hanna τα τραβάει πίσω. Ο γιος μου, ο Mostafa, θέλει να πάει στο σπίτι του πατέρα μου, να παίξει με τα ξαδέλφια του εκεί. «Το όχι είναι όχι», επιμένει η Hanna. Με κοιτούν ικετευτικά. Προτείνω να τα πάρω μαζί μου το ίδιο βράδυ. Αυτό που δεν ξέρει η Hanna και που της το κρατάω μυστικό, είναι ότι όταν παίρνω τα παιδιά στο σπίτι του πατέρα μου, που είναι μόλις τέσσερα λεπτά περπάτημα, τα παιδιά περνούν την περισσότερη ώρα τους στο διπλανό internet-καφέ παίζοντας βιντεοπαιχνίδια.

Κάθε μέρα μαλώνω με τη Hanna γι’ αυτό. Στο τέλος παίρνω τα παιδιά για λίγες ώρες πριν τα φέρω πίσω. Κάθε λεπτό της βόλτας μας εκεί είμαστε σε κίνδυνο. Με κάθε βήμα που κάνουμε, παίρνουμε ένα ακόμη ρίσκο. Καθώς πάω βιαστικά προς το σπίτι του πατέρα μου, κρατώντας τα χέρια τους, προσεύχομαι να μη συμβεί το αδιανόητο.

Σάββατο 26 Ιουλίου

Έχουν περάσει 40 ώρες χωρίς ηλεκτρικό. Και το νερό επίσης κόπηκε χθες. Το ηλεκτρικό είναι μόνιμο πρόβλημα στη Γάζα. Από τότε που βομβαρδίστηκε ο μοναδικός ηλεκτρικός σταθμός της Λωρίδας το 2008, οι κάτοικοι της Γάζας είχαν στην καλύτερη περίπτωση 12 ώρες ρεύμα τη μέρα. Αυτές οι 12 ώρες μπορεί να ήταν κατά τη διάρκεια της μέρας, ή την ώρα που έχεις κοιμηθεί, είναι αδύνατο να προβλέψεις. Το να παραπονιέσαι γι’ αυτό δε σε βγάζει πουθενά. Για τρεις βδομάδες είχαμε δύο ή τρεις ώρες ρεύμα τη μέρα. Κι αυτή τη στιγμή, θα ήμασταν χαρούμενοι με μία μόνο.

Αυτά τα μπλακάουτ επηρεάζουν κάθε πλευρά της ζωής σου. Η μέρα σου περιστρέφεται γύρω από κείνη την πολύτιμη στιγμή που θα έρθει πάλι πίσω το ρεύμα. Πρέπει να αξιοποιήσεις τότε με τον καλύτερο τρόπο και το τελευταίο δευτερόλεπτο. Πρώτα φορτίζεις κάθε μηχάνημα που έχει μπαταρία: το κινητό σου, το λάπτοπ, φακούς, ραδιόφωνο κλπ. Δεύτερον προσπαθείς να μη χρησιμοποιείς κανένα μηχάνημα την ώρα που φορτίζει – για να εκμεταλλευτείς όσο περισσότερο γίνεται αυτή τη φόρτιση. Μετά πρέπει να πάρεις μερικές σκληρές αποφάσεις σχετικά με το ποια τηλεφωνήματα να κάνεις, ποια email ή μηνύματα να απαντήσεις. Ακόμα κι όταν κάνεις μια κλήση, πρέπει να εμποδίσεις τον εαυτό σου να διολισθίσει σε «κανονικές» περιοχές συζήτησης – είναι απώλεια ρεύματος.

Το βράδυ της Παρασκευής, ο φίλος μου Hisham, που εργάζεται στο Νοσοκομείο Μπέιτ Χανούν, μου τηλεφώνησε να μου πει ότι βομβαρδίστηκαν. Οβίδες έπληξαν το ακτινολογικό και το χειρουργείο. Οι άνθρωποι, ασθενείς, γιατροί και νοσοκόμες ήταν όλοι τρομοκρατημένοι. Η τρίλεπτη περιγραφή του χάους από τον Hisham κατέληξε στην επιμονή ότι πρέπει να έρθει κάποια παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού ή του ΟΗΕ. Εκατοντάδες οικογένειες έμεναν σε σκηνές έξω στους κήπους του νοσοκομείου, μην έχοντας που αλλού να πάνε. Τηλεφώνησα στο Palestine TV και τους είπα ότι έχουν παγιδευτεί άνθρωποι στο Νοσοκομείο Μπέιτ Χανούν και ότι πρέπει να κάνουν έκκληση στον Ερυθρό Σταυρό και στον ΟΗΕ. Ήμουν τότε στο σπίτι του φίλου μου Husain μαζί μ’ έναν άλλο φίλο, τον Abu Aseel, καπνίζοντας ναργιλέ στο σκοτάδι. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα Παρασκευής κι έτσι ξεκίνησα για το σπίτι μου.

Υπήρχαν αρκετά σχολεία της UNRWA που είχαν μετατραπεί σε προσφυγικούς καταυλισμούς στο δρόμο μου για το σπίτι. Επισκέφθηκα το δεύτερο απ’ αυτά, όπου ο φίλος μου Ali Kamal, που δουλεύει εκεί δάσκαλος, είναι μέλος της ομάδας που φροντίζει τους εκτοπισμένους ανθρώπους. Στην αίθουσα της διοίκησης, ο Kamal φόραγε ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο του ΟΗΕ. Καθήσαμε έξω, μπροστά στο σχολείο και μου είπε ότι το σχολείο φιλοξενεί περίπου 2.450 άτομα, ισοδύναμα 430 οικογενειών. Προσφέρουν σε κάθε οικογένεια ένα κανονικό γεύμα τη μέρα, συν μερικά μπισκότα. Καθώς μιλούσαμε, κοίταξα την ουρά των ανθρώπων σε μια μεριά, που περίμεναν να πάρουν κουβέρτες από ένα παράθυρο και μια άλλη ουρά στην άλλη μεριά, που περίμεναν να πάρουν φαγητό. Ο Kamal εργάζεται 24ωρη βάρδια, μετά πηγαίνει σπίτι για 24 ώρες κι επιστρέφει πάλι.

Ένας από τους πρόσφυγες του σχολείου, από την οικογένεια Ghabin, πήγε χθες το απόγευμα να δει το σπίτι του και να ελέγξει τα ζώα του στο πίσω χωράφι. Πυροβολήθηκε από τεθωρακισμένο. Η οικογένειά του και οι συγγενείς του οργάνωσαν μια κηδεία γι’ αυτόν μέσα στο σχολείο. Θλιμμένα πρόσωπα, πικραμένα μάτια, τρομερές σιωπές, όλα κάτω απ’ αυτό το μεταλλικό ταβάνι – ένα ταβάνι γυμναστηρίου όπου έπαιζαν τ’ αγόρια, τώρα ένας τόπος για τελετές και συλλυπητήρια.

Πριν φύγω, περίπου στις 2 τα ξημερώματα του Σαββάτου, διαδόθηκαν τα νέα στο σχολείο ότι θα γινόταν 12ωρη ανθρωπιστική ανακωχή που θ’ άρχιζε στις 8πμ. Πάντα αντιμετωπίζεις τις κουβέντες για ανακωχές κι εκεχειρίες μ’ ένα βαθμό σκεπτικισμού. Αλλά στο σχολείο όλοι το αντιμετώπισαν αισιόδοξα, σχεδιάζοντας την επιστροφή στα σπίτια και στα χωράφια τους.

Το πρωί, η πρώτη ερώτηση που κάνω στον εαυτό μου όταν ανοίγω τα μάτια μου είναι: υπάρχει ανακωχή; Η Hanna νεύει. Αυτή τη φορά δεν τη νοιάζει αν τα παιδιά θα πάνε στο σπίτι του πατέρα μου να παίξουν στο internet-καφέ. Είναι χαρούμενη που επιτέλους, έστω για 12 ώρες, μπορούν να μετακινηθούν. Είναι χαρούμενη και για την ίδια επίσης. Όλη την τελευταία ώρα προσπαθεί ν’ αποφασίσει που θα πάει. Αποφασίζω να πάω να δω τη ζημιά στη Σουτζάγια με τους φίλους μου Aed και Salem.

Κοιτώντας τα συντρίμμια όπου κάποτε στέκονταν το σπίτι του, ένας άντρας λέει: «Αυτό δεν είναι πόλεμος. Αυτό είναι η αρχή της ημέρας της κρίσης». Έχει τόσο πολύ καταστραφεί αυτή η γειτονιά που πιο κάτω στο δρόμο ένας άλλος άντρας δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποιο κομμάτι γης ήταν δικό του. Όλος ο δρόμος είναι σκέτα ερείπια: πέτρες, μέταλλα, τούβλα, σωροί άμμου. Μεγάλες λωρίδες ασφάλτου συστρέφονται έξω απ’ την άμμο αφήνοντάς μας να μαντέψουμε που μπορεί να ήταν ο δρόμος. Αλλά δεν υπάρχει κανονικός ορισμός του δρόμου, δεν υπάρχουν όρια ή σύνορα ανάμεσα στα σπίτια επίσης.

Τα σπίτια των ανθρώπων τώρα συγχωνεύονται και διαπλέκονται σε όλη τη Γάζα, νήματα σ’ ένα μάλλινο κασκόλ, που έπλεξε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Διαφορετικά χρώματα, διαφορετικά υλικά, διαφορετικά στυλ. Ένας από τους άντρες που περιδιαβαίνουν στο χάος αρχίζει να κραυγάζει: «Αυτά είναι 60 χρόνια από τις οικονομίες της οικογένειάς μου!». Αυτό είναι αυτό που βλέπω καθώς οδηγώ με τον Aed και τον Saleem προς τη Σουτζάγια. Η Οδός Βαγδάτης –ένας από τους κεντρικούς δρόμους της Σουτζάγια, που τη διαπερνά από την είσοδο μέχρι τη συνοικία που αρχίζει η Πόλη της Γάζας στ’ ανατολικά – είναι η βασική τοποθεσία της καταστροφής. Η Οδός Βαγδάτης, αρκούντως ειρωνικά, μοιάζει με τις σκηνές που άφησαν πίσω τους οι στρατοί των Αμερικάνων και των Βρετανών μετά τον πόλεμο του 2003.

Καμιά δωδεκαριά αγελάδες έχουν σκοτωθεί κοντά σ’ ένα χωράφι στην άκρη της γειτονιάς. Ούτε οι αγελάδες δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Κάθε μία είναι ξαπλωμένη στο πλευρό της, η γλώσσα της βγαλμένη έξω, η κοιλιά της αρχίζει να φουσκώνει απ’ την αποσύνθεση. Μία αγελάδα μοιάζει να έχει χωριστεί καθαρά στη μέση. Είμαστε περιχαρείς τελικά, όταν βλέπουμε μία αγελάδα ακόμα ζωντανή. Στέκεται σ’ ένα μικρό σωρό ερειπίων –προφανώς τα συντρίμμια ενός στάβλου- και την πλησιάζουμε προσεκτικά. Κρατάει το πρόσωπό της κοντά στο μοναδικό εναπομείναν μέρος ενός τοίχου, φαίνεται χλωμή και μοιάζει να έχει ένα τραύμα στο πόδι. Καθώς πλησιάζουμε απομακρύνεται κουτσαίνοντας, φανερά με πόνο, αλλά είναι πολύ φοβισμένη για να μας αφήσει να τη βοηθήσουμε.

Ηλικιωμένες γυναίκες κάθονται αβοήθητες στα συντρίμμια των σπιτιών τους. Μερικά παιδιά ψάχνουν για παιχνίδια. Τα ασθενοφόρα και οι ιατρικές ομάδες εργάζονται όλη τη μέρα για να βρουν ανθρώπους ακόμη ζωντανούς κάτω απ’ αυτά τα ερείπια. Σήμερα, περίπου 151 πτώματα ανασύρθηκαν απ’ αυτά τα συντρίμμια. Κάποια είχαν αρχίσει ήδη να αποσυντίθενται. Μπορείς να μυρίσεις τα νεκρά κορμιά σε κάθε γωνιά της Σουτζάγια. Ένα από τα πτώματα που βρέθηκαν ήταν μίας γυναίκας: κρατούσε τα δυο παιδιά της, ένα σε κάθε χέρι, όταν η οβίδα του τανκ χτύπησε το σπίτι της. Φαίνεται ότι προσπαθούσε απλώς να τα προστατέψει. Τα κρατούσε σφιχτά στο στήθος της και παρά το βάρος της λιθοδομής δεν τα άφησε ποτέ. Αυτό που βρήκαν κάτω απ’ όλο αυτό το τσιμέντο ήταν μια νεκρή φύση, προφανώς, μια φωτογραφία, μια τέλεια σύνθεση. Ο Abu Noor, ο γείτονάς μου, ήταν απασχολημένος με την οικογένειά του βοηθώντας την έρευνα στα συντρίμμια ενός κτιρίου όπου σκοτώθηκαν έξι μέλη μιας οικογένειας. Εξακολουθούσε να λείπει το πτώμα ενός παιδιού. Όλοι έψαχναν απελπισμένα να βρουν ίχνη του παιδιού. Ο Abu Noor τελικά άγγιξε σάρκα. Κάτι που του φάνηκε σαν το κορμί ενός παιδιού. Ούρλιαξε, φωνάζοντας τους πάντες γύρω του να βοηθήσουν να σηκώσουν τις πέτρες. Κατάφερε να πιάσει σταθερά ένα άκρο και να το σύρει αργά στην επιφάνεια. Ήταν το πόδι ενός άντρα. Ποιανού το πόδι; Κανείς δεν ξέρει.

Η ανακωχή θα είναι για 12 ώρες από τις 8πμ έως τις 8μμ. Παραμένουμε στη Σουτζάγια μέχρι τις 4μμ, μετακινούμενοι από τον ένα δρόμο στον άλλο, προσπαθώντας να αφομοιώσουμε τη ζημιά και να βοηθήσουμε όσο μπορούμε στην απομάκρυνση των ερειπίων. Ένας άντρας μας φωνάζει από την άλλη πλευρά του δρόμου, καθώς αρχίζουμε να οδηγούμε προς τ’ ανατολικά, προειδοποιώντας μας ότι υπάρχουν τεθωρακισμένα μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά. Λέει ότι αν δουν το αυτοκίνητο θα είναι στόχος. Πρέπει να γυρίσουμε.

Στη Μπέιτ Χανούν και στην Κοζάα οι εικόνες δεν είναι καλύτερες. Τα τεθωρακισμένα αρχίζουν να πυροβολούν ξανά τους ανθρώπους γύρω στις 5μμ, τρεις ώρες πριν από την προβλεπόμενη λήξη της ανακωχής. Στην Κοζάα δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους να επισκεφθούν τα συντρίμμια των σπιτιών τους. Όλοι κοιτούν τα ρολόγια τους για να δουν πόση ώρα έμεινε.

Παρ’ όλα αυτά – τους σκοτωμούς, την καταστροφή, τους αγνοούμενους, τους εκτοπισμένους, τα δάκρυα, τις πληγές, τον πόνο- γι’ αυτές τις 12 ώρες, βλέπω τη Γάζα όπως ήταν. Χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους, ν’ αγοράζουν φαγητό, να μετακινούνται από το ένα μέρος στο άλλο, τα μαγαζιά ανοιχτά, τα παιδιά να παίζουν στο δρόμο. Είναι μια πόλη που ξεχύθηκε στις λίγες στιγμές της ειρήνης της. Τώρα η ανακωχή τελειώνει. Οι όλμοι άρχισαν πάλι να βρυχώνται, γεμίζοντας τον αέρα με τον τρόμο τους.

Ο Atef Abu Saif είναι Παλαιστίνιος συγγραφέας που ζει στη Γάζα.

Πηγή:

The Guardian

Advertisements

Hit the box !

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s