Οι ΗΠΑ θυμίζουν στο Ισραήλ ποιος είναι το αφεντικό

Την Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014 ένα ρεπορτάζ της Wall Street Journal ανέφερε ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν τον τρόπο έγκρισης των στρατιωτικών δαπανών για το Ισραήλ και ότι πάγωσε η αποστολή των πυραύλων Helfire. Περίληψη του ρεπορτάζ αναδημοσίευσε η ισραηλινή Haaretz την ίδια μέρα και μερικές ώρες αργότερα η Jerusalem Post σε δικό της ρεπορτάζ επιχείρησε να διαψεύσει την αναφορά για την αλλαγή του τρόπου έγκρισης των εξοπλισμών, παραθέτοντας ταυτόχρονα δηλώσεις Ισραηλινών κυβερνητικών αξιωματούχων για το πόσο εκτιμούν τη σημασία της σχέσης του Ισραήλ με τις ΗΠΑ.

hellfire_missile

Σύμφωνα με το εκτενές ρεπορτάζ της WSJ, Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισαν ότι θα απαιτείται η δική τους έγκριση, ακόμη και για αιτήματα ρουτίνας του Ισραήλ, αντί αυτά να αντιμετωπίζονται ως ζητήματα που διεκπεραιώνονται στρατιωτικά (στρατός προς στρατό), ότι κάθε περίπτωση τώρα θα υπόκειται σε έλεγχο, καθυστερώντας τη διαδικασία έγκρισης και στέλνοντας στο Ισραήλ το μήνυμα ότι η στρατιωτική βοήθεια που θεωρούνταν δεδομένη, υπόκειται πλέον σε αυστηρότερο έλεγχο. Επίσης, η WSJ αναφέρει ότι το Πεντάγωνο πάγωσε την προγραμματισμένη, σύμφωνα με Ισραηλινούς και Αμερικανούς αξιωματούχους, αποστολή μιας αρχικής παρτίδας πυραύλων Helfire στο Ισραήλ από την Υπηρεσία Συνεργασίας Αμυντικής Ασφάλειας (DSCA) του Πενταγώνου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ανώτατοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου έδωσαν εντολή στην DSCA, στην Ευρωπαϊκή Διοίκηση του στρατού και σε άλλες υπηρεσίες, να συμβουλεύονται τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στο Λευκό Οίκο και στο υπουργείο Εξωτερικών, προτού εγκρίνουν οποιοδήποτε επιπλέον αίτημα.

Το ρεπορτάζ της JP παραθέτει μια δήλωση της αναπληρώτριας εκπροσώπου τύπου του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών που κάνει λόγο για λανθασμένη διατύπωση μιας διαδικασίας μεταξύ υπηρεσιών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που αρνείται κατηγορηματικά ότι υπάρχει αλλαγή πολιτικής, συμπληρώνει ότι η «επιπλέον» προσοχή δεν συνιστά «μόνιμη» αλλαγή της διαδικασίας – άρα εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται μια «προσωρινή αλλαγή της διαδικασίας».

Συγκεκριμένα, η Μέρι Χαρφ φέρεται να δήλωσε στην εφημερίδα: «Θα είμαι ξεκάθαρη: Δεν υπήρξε καμία αλλαγή πολιτικής, τελεία. Δεδομένης της κρίσης στη Γάζα, είναι φυσικό οι υπηρεσίες να προσέχουν περισσότερο τις αποστολές στο πλαίσιο μίας διαδικασίας μεταξύ των υπηρεσιών». Η Χαρφ δήλωσε επίσης ότι αυτή η «επιπλέον προσοχή» της διοίκησης δεν συνιστά «μόνιμη αλλαγή της διαδικασίας» και αρνήθηκε ότι οι ΗΠΑ αναθεώρησαν τη διαδικασία λόγω πιέσεων από τα ΜΜΕ, λέγοντας «αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη δημοσιότητα».

Ταυτόχρονα η JP σημειώνει με νόημα, ότι το ρεπορτάζ της WSJ ήρθε στη δημοσιότητα την ίδια μέρα που η τουρκική Hurriyet φιλοξενεί ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ ενέκριναν την πώληση προηγμένων πυραύλων στην Τουρκία δυνητικής αξίας 320 εκατ. δολαρίων «εν μέσω αυξανόμενων κινδύνων ασφάλειας στην περιοχή».

Επανερχόμενοι στο ρεπορτάζ της WSJ έχει ενδιαφέρον ότι το άρθρο παραθέτει μια σειρά από γεγονότα που «έχτισαν την ένταση» μεταξύ των σχέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ και φιλοξενεί ορισμένες ενδιαφέρουσες δηλώσεις, ανώνυμες οι περισσότερες, Αμερικανών και Ισραηλινών αξιωματούχων. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι:

-στις 20 Ιουλίου, το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας ζήτησε από τον αμερικανικό στρατό μία σειρά από πυρομαχικά, τα οποία ήδη ήταν αποθηκευμένα σε προϋπάρχουσα αποθήκη όπλων στο Ισραήλ. Το αίτημα εγκρίθηκε τρεις μέρες αργότερα μέσα από στρατιωτικά κανάλια, αλλά δεν δημοσιοποιήθηκε. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι Ισραηλινοί χρησιμοποίησαν αμερικανική χρηματοδότηση για να πληρώσουν 3 εκατ. δολάρια για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Σύμφωνα με αξιωματούχους δεν απαιτήθηκε ή δεν ζητήθηκε προεδρική έγκριση ή υπογραφή του υπουργού Εξωτερικών. Άλλος Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι ακολουθήθηκε κανονικά η στάνταρ διαδικασία ελέγχου.

-στις 25 Ιουλίου, βοηθοί του υπουργού Εξωτερικών Τζον Κέρι έστειλαν ένα σχέδιο ενός εμπιστευτικού εγγράφου εκεχειρίας σε συμβούλους του Ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου για γνωμοδότηση. Οι Αμερικανοί ήθελαν από τους Ισραηλινούς να προτείνουν αλλαγές. Ο Νετανιάχου, σπάζοντας το πρωτόκολλο λένε οι αξιωματούχοι,  παρουσίασε αυτό το έγγραφο στο ισραηλινό κοινοβούλιο προς ψήφιση. Το έγγραφο διέρρευσε και στα ισραηλινά ΜΜΕ. Κατά την εκτίμηση των Αμερικανών, οι Ισραηλινοί ήταν εξοργισμένοι με την πίεση που ασκούνταν για τη σύναψη εκεχειρίας, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι ο Κέρι είχε προσεγγίσει την Τουρκία και το Κατάρ για να επηρεάσουν τη Χαμάς, τις οποίες Αίγυπτος και Ισραήλ ήθελαν να κρατήσουν εκτός της διαδικασίας των συνομιλιών.

-στις 30 Ιουλίου ισραηλινός πύραυλος χτυπάει σχολείο του ΟΗΕ στην Τζαμπαλίγια και την ίδια μέρα έρχονται στις ΗΠΑ στη δημοσιότητα οι πληροφορίες για την παράδοση στρατιωτικού εξοπλισμού των ΗΠΑ στο Ισραήλ (βλέπε 20 Ιουλίου). Ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Εξωτερικών «πιάστηκαν εξαπίνης» τον περασμένο μήνα, «όταν έμαθαν» ότι ο ισραηλινός στρατός εξασφάλιζε «ησύχως» πυρομαχικά από το Πεντάγωνο χωρίς την προηγούμενη έγκρισή τους, αναφέρει το ρεπορτάζ. «Μας παραπλάνησαν» δήλωσε ένας Αμερικανός διπλωμάτης. «Δεν υπήρχε πρόθεση να παραπλανηθεί κανείς. Η διαδικασία γι’ αυτή τη συναλλαγή ακολούθησε ακριβώς τη διαδικασία που έπρεπε» δήλωσε ένας άλλος.

-μετά οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έμαθαν ότι πέρα από το αίτημα για πυρομαχικά, το Ισραήλ είχε υποβάλει διά της στρατιωτικής οδού κι ένα αίτημα για την αποστολή μεγάλου αριθμού πυραύλων Helfire, σύμφωνα με Ισραηλινούς και Αμερικανούς αξιωματούχους. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όπως αναφέρω στην αρχή, η αποστολή της αρχικής παρτίδας Helfire πάγωσε άμεσα από το Πεντάγωνο.

-στις 2 Αυγούστου, Ισραηλινοί αξιωματούχοι διέρρευσαν στα ΜΜΕ ότι ο Νετανιάχου είχε δηλώσει στον Αμερικανό πρέσβη στο Ισραήλ, Νταν Σαπίρο, ότι η διοίκηση Ομπάμα «δεν πρέπει ποτέ ξανά να με κρίνει» σχετικά με το πώς να αντιμετωπίσει τη Χαμάς.

-στη λίστα αυτή, η JP συμπληρώνει μια υποτιθέμενη συνομιλία ανάμεσα στον Ομπάμα και τον Νετανιάχου, στην οποία ένας εξοργισμένος Ομπάμα απαιτεί από το Ισραήλ να συμφωνήσει σε εκεχειρία.

Δηλώσεις αβροφροσύνης

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της WSJ, πολλοί αξιωματούχοι της αμερικανικής διοίκησης πείστηκαν με την «κρίση» στη Γάζα, ότι ο Νετανιάχου και η ομάδα εθνικής ασφάλειας που τον περιστοιχίζει είναι «ριψοκίνδυνοι και αναξιόπιστοι».

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες δηλώσεις ανώτατου Αμερικανού αξιωματούχου της διοίκησης Ομπάμα είναι η εξής: «Έχουμε πάρα πολλούς φίλους στον κόσμο. Οι ΗΠΑ είναι ο πιο ισχυρός τους φίλος. Η ιδέα ότι παίζουν [οι Ισραηλινοί] με τις ΗΠΑ, ή ότι μας χειραγωγούν δημοσίως, εκτιμά εντελώς λανθασμένα τη θέση τους στον κόσμο».

Ο ίδιος, ή άλλος, συμπληρώνει ότι οι μεταφορές οπλισμού θα έπρεπε να είναι μια διαδικασία ρουτίνας και ότι η απόφαση να ελέγχονται οι μελλοντικές αποστολές στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο αντιστοιχεί «στο να πουν οι ΗΠΑ ‘η στήριξη σταματάει εδώ, για κάτσε λίγο … δεν είναι οκ πλέον’».

Ισραηλινοί αξιωματούχοι από την άλλη πλευρά περιγράφουν την κυβέρνηση Ομπάμα ως «αδύναμη και αφελή» και δηλώνουν ότι κάνουν ότι μπορούν για να την παρακάμπτουν προς όφελος των συμμάχων τους στο Κογκρέσο και αλλού στη διοίκηση, σημειώνοντας ότι ο Νετανιάχου δεν ανησυχεί επειδή έχει την πλήρη υποστήριξη του αμερικανικού κογκρέσου, ακόμη κι αν ο Λευκός Οίκος διαφωνεί με τις πολιτικές του, η θητεία του οποίου άλλωστε τελειώνει σε δυόμιση χρόνια, συμπληρώνουν.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι ΗΠΑ και Ισραήλ συγκρούστηκαν κυρίως επειδή οι ΗΠΑ ήθελαν μία εκεχειρία προτού να είναι έτοιμος να την αποδεχτεί ο Νετανιάχου. Ισραηλινός ανώτατος αξιωματούχος δήλωσε ότι το χάσμα είναι πολύ βαθύτερο, «αυτό που έχουμε τώρα … είναι έλλειψη εμπιστοσύνης και μια σύγκρουση διαφορετικών θεωρήσεων για τη Μέση Ανατολή».

Η JP στο δικό της ρεπορτάζ ζήτησε το σχολιασμό του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας Μόσε Γιαλόν και του υπουργού Οικονομικών Γιαΐρ Λαπίντ για το ρεπορτάζ της WSJ, ενώ παραθέτει και μια σχετική δήλωση του Σιμόν Πέρες.

Το γραφείο του Γιαλόν αρνήθηκε να σχολιάσει το ρεπορτάζ, αλλά είπε ότι την Τετάρτη ο Γιαλόν είχε μια συνομιλία με τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Τσακ Χάγκελ που πήγε καλά και σε ανακοίνωση που εκδόθηκε την Πέμπτη ανέφερε: «Εκτιμάμε πάρα πολύ τη σχέση μας με τις ΗΠΑ. Οι σχέσεις ανάμεσα στους οργανισμούς ασφαλείας μας είναι πάρα πολύ καλές». Πρόσθεσε ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ γίνονται ακόμη πιο σημαντικές λόγω των προκλήσεων που θέτουν οι εξτρεμιστές στην περιοχή, τους οποίους κατέγραψε ως: Χαμάς, Ισλαμικό Κράτος, Μουσουλμανική Αδελφότητα, Χεζμπολά και Ιράν.  

Ο Ισραηλινός υπουργός Οικονομικών Γιαΐρ Λαπίντ  δήλωσε ότι το ρεπορτάζ στη WSJ συνιστά «ένα ανησυχητικό μοτίβο και δεν πρέπει να το αφήσουμε να συνεχιστεί. Η σχέση με τις ΗΠΑ είναι στρατηγικής σημασίας και δεν πρέπει να πληγεί».

Ο πρώην πρόεδρος του Ισραήλ Σιμόν Πέρες, δήλωσε σχετικά με το ρεπορτάζ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Άντριου Κουόμο: «Μερικές φορές πρέπει απλώς να ξέρουμε πώς να λέμε ευχαριστώ, είμαι γεμάτος ευγνωμοσύνη και εκτίμηση για τις ΗΠΑ, όπως όλοι οι Ισραηλινοί πολίτες, επειδή στέκονται σθεναρά στο πλάι του Ισραήλ τα 66 χρόνια της ύπαρξής του».

Πηγές: WSJ, HaaretzJP

Advertisements

Hit the box !

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s