Πως να Βάλεις την Παρανοϊκή Μητέρα Σου Μέσα στο Δηλητηριώδες Ασθενοφόρο

<a href=”http://www.bloglovin.com/blog/14944075/?claim=9s5nhq4u5qg”>Follow my blog with Bloglovin</a>

Του Joseph A. Lapin 4 Μαΐου, 2015 – Εικονογράφηση Danielle Chenette

Όταν η μητέρα σου είναι διπολική και πιστεύει ότι όλα προσπαθούν να της αφαιρέσουν τη ζωή, η απλή πράξη να την πας στο νοσοκομείο μετατρέπεται σε μια μάχη επικών διαστάσεων.

Κάνει τη δύσκολη” λέει η νοσοκόμα. “Αρνείται το ασθενοφόρο. Κάτι σχετικά με αναθυμιάσεις ντίζελ. Βγάζετε κάποιο συμπέρασμα εσείς;”

Αφήστε με να μαντέψω” απαντάω. “Την δηλητηρίασαν πάλι;”

Αμέσως μόλις έφτασε στα επείγοντα η μαμά είπε στο προσωπικό για μια διαρροή προπανίου μέσα στο σπίτι της και ζήτησε διάφορες ακριβές εξετάσεις για να αποδείξει ότι είχε δηλητηριαστεί. Κάθε φορά που ακούω τις λέξεις “προπάνιο” ή “δηλητήριο”, αυτομάτως θυμάμαι τότε που η μαμά νόμιζε ότι ο μπαμπάς προσπαθούσε να ανατινάξει το σπίτι. Φανταζόταν ότι μπορούσε να μυρίσει κύματα αερίου – ένα ύπουλο και θανατηφόρο σύννεφο. Η δολοφονική πλοκή ξετυλίχτηκε μες στο μυαλό της σαν να ήταν ο κύριος χαρακτήρας μιας ταινίας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μόλις θα άναβε τον μπικ αναπτήρα της για να καπνίσει ένα Μάλμπορο, το σπίτι θα ανατιναζόταν: ένα μακελειό στα προάστια.

Η νοσοκόμα σταματάει μπροστά στο δωμάτιο της μητέρας μου και εξηγεί ότι η μάνα μου τελεί υπό 72ωρη κράτηση, που σημαίνει ότι τόσο χρόνο διαθέτουμε για να την μεταφέρουμε σε άλλο νοσοκομείο για την πιο μακροπρόθεσμη νοσηλεία που χρειάζεται.

Ήμουν στο Λος Άντζελες όταν δέχτηκα το τηλεφώνημα ότι αγνοούνταν, αλλά το να βρω πτήση για τη Μασαχουσέτη είχε περιπλακεί από το γεγονός ότι νωρίτερα το ίδιο πρωινό ένας άντρας μπήκε στον τερματικό Δέλτα στο LAX και άνοιξε πυρ με τουφέκι. Ο οπλοφόρος, Paul Anthony Ciancia, σκότωσε έναν υπάλληλο της Διοίκησης Ασφάλειας Μεταφορών και πυροβόλησε άλλους δύο. Είχε ένα σημείωμα στο σάκο του που έγραφε ότι ήθελε να “ενσταλάξει φόβο στα προδοτικά μυαλά τους”.

Παίρνει τα φάρμακά της;” ρωτάει ο αδελφός μου Τζέισον.

Εδώ όχι. Είχε μερικά τσαντάκια γεμάτα χάπια. Οπότε είναι δύσκολο να ξέρεις”, λέει η νοσοκόμα.

Ο Τζέισον είναι νεώτερος κατά επτά έτη. Οι γονείς μας ουδέποτε ανέφεραν ότι αποτελούσε την απόπειρά τους να σώσουν το γάμο τους, αλλά πάντοτε διατηρούσα τις υποψίες μου. Ενθυμούμενος το δωμάτιο που σχεδίασαν οι γονείς μου γι’ αυτόν στο μπλε αποικιακό αίθριο, ήταν η τέλεια κάλυψη: η λευκή κούνια, οι φρεσκοβαμμένοι τιρκουάζ τοίχοι και ο καινοτόμος κουμπαράς μπουκαλάκι δίπλα στην πόρτα. Αν ο Τζέισον ήταν η πανάκεια για την ετοιμόρροπη σχέση τους, τότε απέτυχε παταγωδώς. Μέχρι ο Τζέισον να φτάσει στην ηλικία των 3, ο μπαμπάς ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα στη Route 9 στο Shrewsbury, που έμοιαζε με το μοτέλ κινουμένων σχεδίων από το επεισόδιο των “Σίμσονς” όπου ο Δήμαρχος Κουίνμπι κουτούπωνε τα γκομενάκια του.

Πάει καιρός που δεν έχω δει τον Τζέισον. Είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Αγίου Ιωάννη τώρα κι έχει μια πλούσια, πορτοκαλί γενειάδα. Φοράει ένα τζιν σακάκι με άσπρο τελείωμα στο γιακά.

Πίσω από τη γυάλινη πόρτα η μαμά κάθεται σε μια καρέκλα με το βλέμμα καρφωμένο στον τοίχο. Τρία διαφορετικά αστυνομικά τμήματα την αναζήτησαν μετά την έκδοση από τον ψυχίατρό της του Section 12, ενός νόμου που επιτρέπει σε ειδικούς της ψυχικής υγείας να νοσηλεύουν ακουσίως, μέσω της χορήγησης άδειας περιορισμού, έναν άνθρωπο που κινδυνεύει να βλάψει τον εαυτό του ή άλλους. Το Section 12 εκδόθηκε αρκετές ώρες προτού την εντοπίσει η αστυνομία του Leominster σ’ ένα CVS έξω από το Route 2. Είχε το σκύλο μας τον Βuddy στο πίσω κάθισμα και το φαγητό και τα φάρμακα για τις κρίσεις του στο πορτ μπαγκάζ. Είχε επίσης μια πλάκα σαπουνιού, αρκετές άδειες χάρτινες συσκευασίας σοκολατούχου γάλατος και μια πλαστική τσάντα γεμάτη με τα σκουπίδια της.

Ο Τζέισον κι εγώ μπήκαμε στο δωμάτιο σαν να προσπαθούσαμε να μην πατήσουμε τις γραμμές ανάμεσα στα πλακάκια. Μοιάζει ηττημένη, σαν να είναι ένα γλυπτό φτιαγμένο από γρανίτη που του δόθηκε η ζωή μόνο και μόνο για να ξαναγίνει πέτρα. Απομακρύνει το βλέμμα της απ’ τον τοίχο όταν διαπιστώνει ότι βρισκόμαστε στο δωμάτιο.

Ξεχάσατε πώς μοιάζω;” ρωτάει η μαμά.

Έχει ένα συνήθειο να περιφρονεί αυτό που πραγματικά επιθυμεί – όπως η προσοχή. Αν κάποιος της κάνει κοπλιμέντα για την εμφάνισή της, παίρνει το θαυμασμό για προσβολή. Αλλά είναι η βοήθεια αυτό που τρέμει περισσότερο απ’ όλα. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσαμε να την πείσουμε να συμμετάσχει σε ομάδες υποστήριξης, αρνήθηκε πιστεύοντας ότι η διπολική διαταραχή τη στιγμάτισε άδικα σαν ένα πορφυρό “Α” στην αποικιακή Νέα Αγγλία. Έτσι κράταγε την ασθένειά της μυστική και απαιτούσε το ίδιο κι από μας.

Η μαμά φοράει ένα μπλουζάκι από το πανεπιστήμιο του Τζέισον. Δείχνει μεγαλύτερη, σαν ένα οικογενειακό πορτρέτο που ξεχάστηκε στη σοφίτα. Η φωνή της ακούγεται στεγνή και σκληρή, ίσως λόγω των Μάλμπορο που καπνίζει εδώ και δεκαετίες.

Σαν από ειρωνεία, κατηγορεί για τη βραχνάδα το γεγονός ότι το νοσοκομείο δεν της επιτρέπει να καπνίσει. Δεν αποβαίνει ποτέ αποτελεσματικό να την εγκαλέσεις για τις μαλακίες της. Αν έχει αποφασίσει ότι τα τσιγάρα όντως κάνουν καλό στην υγεία, τότε αυτή είναι η αδιάσειστη αλήθεια της. Πάντοτε κάτι πηγαίνει στραβά σωματικά – ένα πρόβλημα με τους παλμούς της καρδιάς της ή μια ακόμη φανταστική κακοήθεια που ένας γιατρός θα διαγνώσει αμέσως ως ψυχοσωματική. Μοιάζει σχεδόν σαν μια τελετουργία στην οποία πρέπει να υποβληθεί προτού μπορέσει να αποδεχτεί τι πάει στραβά ψυχιατρικά.

Πού διάολο είναι αυτή η νοσοκόμα;” ρωτάει.

Έχει ένα κεσεδάκι με γιαούρτι στο δίσκο μπροστά της. Το πιάνει κι αρχίζει να ρίχνει κουταλιές στο στόμα της. Καταλήγει σε όλο της το πρόσωπο.

Πώς θα σου φαινόταν να τους φέρεσαι με σεβασμό;” ρωτάω.

Εισέπνεα δηλητήριο. Τί λες για λίγο σεβασμό στη δική μου ζωή;”

Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω, αλλά ξέρω ακριβώς ποιος νομίζει ότι προσπαθεί να τη δηλητηριάσει. Είναι ο μπαμπάς: το σύμβολο του μισητού, του πιο αχρείου και διεφθαρμένου άντρα στον κόσμο. Αλλά ο μπαμπάς είναι ένας 67χρονος από τη Φιλαδέλφεια που ονειρεύεται να γίνει κλητήρας στο Πάρκο Φένγουέι μετά τη συνταξιοδότησή του. Έχει μια ιδιαίτερη κλίση στο pimple ball, ένα είδος μπέιζμπολ που παίζεται με την άκρη της λαβής μιας σκούπας κι ένα λαστιχένιο ροζ μπαλάκι. Η ταυτότητά του δεν είναι μια περίτεχνη μεταμφίεση, δεν είναι εγκληματίας.

Ααααααα”. Πλησιάζει και ανοίγει διάπλατα το στόμα της. “Μπορείτε να δείτε τους όγκους;”

Τίποτα πέρα από τις αμυγδαλές και τη γλώσσα της καλυμμένα με γιαούρτι. Αποφάσισα να πω την αλήθεια, μια συχνά επικίνδυνη δήλωση: Ο γιατρός δεν σου βρήκε τίποτα σωματικά και δεν υπάρχουν ίχνη δηλητηρίασης.

Σκάσε” λέει γρήγορα σε τόνο στακάτο. Συνεχίζει να λέει “σκάσε” ξανά και ξανά μέχρι που το τρένο των σκέψεών της εκτροχιάζεται σε μια αφήγηση σχετικά με κακομεταχείριση και κακοποίηση. Στην πάροδο των χρόνων έχω ακούσει διαφορετικές εκδοχές αυτού του τραύματος και κάποιες φορές εμφανίζεται στην εικόνα ένα όπλο, αλλά ο άνθρωπος που το κρατάει δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Άλλες φορές η φαντασία μου δημιουργεί κάτι πιο κυνικό, μια αναπόδραστη αίσθηση ότι μου λείπει ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του παζλ. Είναι αδύνατον να γνωρίζω τι είναι πραγματικό και τι παραίσθηση.

Αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεσαι βοήθεια”, λέει ο Τζέισον.

Είστε πολύ γελασμένοι αν νομίζετε ότι θα με ακούσει κανένας. Έχουν περάσει 20 χρόνια…” Πιάνει την τσάντα της από το κρεβάτι του νοσοκομείου και την αναποδογυρίζει, σκορπώντας το περιεχόμενο. Διάσπαρτα στο κρεβάτι απλώνονται αποδείξεις, περιτυλίγματα από καραμέλες, χαρτομάντιλα. “Χρειάζομαι τσιγάρα”.

Το ασθενοφόρο έρχεται”, λέω, και αμέσως το μετανιώνω.

Σταματάει να ανακατεύει το περιεχόμενο της τσάντας της και με κοιτάζει ξανά σαν να αποκάλυψα μόλις ότι προσγειώθηκαν εξωγήινοι στη Φλόριντα και απαγάγουν όλα τα παιδιά κάτω των 7 ετών. “Είναι πετρελαιοκίνητα φορτηγά. Όχι άλλες αναθυμιάσεις Τζόζεφ”.

Μπορώ ήδη να φανταστώ τη σκηνή του ασθενοφόρου: οι ΕΙΕ (επαγγελματίες ιατρικού επείγοντος) θα πρέπει να την καθηλώσουν στο κρεβάτι. Θα παλεύει να πάρει οξυγόνο πείθοντας τον εαυτό της ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει, αφού το ασθενοφόρο ξερνά τον αόρατο θάνατο. Όλα αυτά τα χρόνια η μαμά έχει ριχτεί μέσα σε πολλά διαφορετικά περιπολικά, δεμένη με χειροπέδες, κι έχει αντιμετωπιστεί σαν κατάδικος. Έχει καθηλωθεί σε νοσοκομειακές κλίνες και της έχει επιβληθεί υποχρεωτική φαρμακευτική αγωγή. Πρέπει να σταματήσει αυτό το μοτίβο. Πρέπει να έχει μια έστω υποτιθέμενη επιλογή.

Βγαίνοντας από το δωμάτιο βλέπω ότι οι ΕΙΕ ήδη προχωρούν προς τις αυτόματες πόρτες. Ο πρώτος ΕΙΕ ονομάζεται Τζάρεντ και είναι ψηλός με ξυρισμένο κεφάλι. Φοράει γυαλιά με λεπτό σκελετό που στηρίζονται πάνω σε μια σπασμένη μύτη. Πρέπει να έχει φάει ξύλο πολλές φορές. Ο άλλος ΕΙΕ είναι πιο κοντός και φαίνεται πως, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσει, πάντοτε θα μοιάζει σαν να αποφοίτησε μόλις από το λύκειο. Έχει ένα σημάδι στο μάγουλό του.

Εξηγώ γρήγορα την κατάσταση με τη μαμά και το ασθενοφόρο. Προτείνουν καθήλωση και τους θερμοπαρακαλώ να βρουν άλλο τρόπο.

Τζόζεφ!” Τότε είναι που η μαμά ήρθε κουτρουβαλώντας από τη γωνία. “Τζόζεφ Άλαν Λάπιν”. Τότε είναι που με βλέπει να μιλάω με τους δύο ΕΙΕ και καταλαβαίνω ότι θέλει να φωνάξει κάτι δραματικό όπως “Κι εσύ Βρούτε;”.

Οι ΕΙΕ κοιτούν ο ένας τον άλλον, χωρίς να πουν λέξη γνέφουν για να δείξουν ότι καταλαβαίνουν.

Ξαφνικά η μαμά παθαίνει εμμονή με τον Τζάρεντ. Τον δείχνει με το δάχτυλο κι αρχίζει να κουνάει το κεφάλι της: “Σε ξέρω εσένα”. Τον κοιτάζει καχύποπτα. Μοιάζει σαν να είναι έτοιμη να σκίσει τη μάσκα του και να αποκαλύψει ότι είναι στην πραγματικότητα ο μπαμπάς πίσω από μια ευφάνταστη μεταμφίεση.

Καημένε Τζάρεντ. Δεν ήξερε που πήγαινε να μπλέξει, όπως και τόσοι άλλοι άγνωστοι που έγιναν προβολές μίας εκ των εσώτερων μαχών της. Φαντάζομαι ότι το καρφωμένο βλέμμα της κάνει τον Τζάρεντ να νιώθει αρκετά άβολα, αλλά παραμένει στωικός. Ίσως ο Τζάρεντ να σκέφτεται να τη δέσει σ’ ένα φορείο. Βρίσκεται στη μέση ενός παραληρήματος για το πετρέλαιο από το ασθενοφόρο και πως θα την αρρωστήσει, όταν εκείνος λέει “βασικά έχουμε και αυτοκίνητα που κινούνται με γκάζι”.

Ο Τζάρεντ αντιλαμβάνεται την κατάστασή μας. Το ασθενοφόρο που έχουν αυτή τη στιγμή λειτουργεί με πετρέλαιο, εξηγεί, και θα πρέπει να ζητήσουν να κάνουν αλλαγή μ’ έναν άλλο οδηγό. Ο Τζάρεντ και ο Ντριού τρέχουν γρήγορα έξω για να ρωτήσουν.

Δεν τον εμπιστεύομαι αυτόν τον τύπο” λέει η μαμά. Ψιθυρίζει λες και το νοσοκομείο είναι παγιδευμένο με μικρόφωνα τόσο μικροσκοπικά που μπορούν να εμφυτευτούν μέσα στα κύτταρα.

Η νοσοκόμα επιστρέφει στο δωμάτιο κρατώντας το χάρτινο ποτηράκι με τα φάρμακα της μαμάς, που εκείνη ισχυρίζεται ότι συνιστούν υπερβολικά υψηλή δόση. Στο τέλος κάθε δόση καθίσταται υπερβολικά υψηλή. Θα αποποιηθεί τα χάπια σαν να απέχει από τη σοκολάτα για τη Σαρακοστή. Ο Τζέισον την ψήνει κι άλλο για τα φάρμακα, αλλά τον αγνοεί και ψάχνει το περιεχόμενο της τσάντας της με το κινητό της στο άλλο χέρι. Κλείνει το τηλέφωνο και αρχίζει και πάλι να πληκτρολογεί. Μετά δείχνει τη νοσοκόμα. “Αυτή η ηλίθια μου πήρε τα χάπια μου”.

Όταν βλέπω πως συμπεριφέρεται στις νοσοκόμες δεν μπορώ να πιστέψω ότι πρόκειται για την ίδια γυναίκα που κράταγε τον Τζέισον στο στήθος της όταν ήταν μωρό κι έσκυβε γυρνώντας τον ανάποδα για να τον κάνει να χαχανίσει, η ίδια που έμαθε στους δυο γιους της να διαβάζουν μουσική και να τραγουδούν αρμονικά στο παλιό όρθιο πιάνο.

Βγαίνω έξω για να τσεκάρω για το ασθενοφόρο όταν βλέπω τους δύο ΕΙΕ να κυλούν ένα φορείο στα επείγοντα. Υπάρχει ένα λουρί στο φορείο κι αρχίζω να διαμαρτύρομαι. Ο Τζάρεντ και ο Ντριού λένε ότι το φορείο είναι υποχρεωτικό, αλλά ότι δεν θα την καθηλώσουν. Πηγαίνω πίσω στο δωμάτιο και βρίσκω τη μαμά να κάθεται στο κρεβάτι, ακόμη στο τηλέφωνο.

Είχε αποφασίσει ότι πρέπει να πάει στο Η Κληματαριά, ένα νοσοκομείο στο Μπρούκλιν, επειδή είχε μια σχετικά θετική εμπειρία εκεί προηγούμενα. Κοιτάει τα πράγματά της που είναι σκορπισμένα στο κρεβάτι. Κλείνει το σπαστό κινητό της και μαζεύει τα υπολείμματα του γιαουρτιού της και ρίχνει γρήγορα το υπόλοιπο με μεγάλες κουταλιές μέσα στο στόμα της, σαν να επρόκειτο να ξεκινήσει ένα ταξίδι σε όλη την κοινοπολιτεία. Ο Τζέισον προσπαθεί να βοηθήσει, πλησιάζοντας πιο κοντά στο κρεβάτι και βάζοντας τα χαρτιά και τα σκουπίδια στο πορτοφόλι της, αλλά η μαμά πετάει κάτω το γιαούρτι κι αρπάζει το πορτοφόλι από τα χέρια του Τζέισον.

Η νοσοκόμα χτυπάει την πόρτα “Ήρθε η ώρα”, λέει με τέτοια χαρά που νομίζω ότι διέκρινα το χαμόγελό της.

Ο Τζέισον κι εγώ βγαίνουμε στο διάδρομο ώστε να μπορέσει η μαμά να μαζέψει τα πράγματά της με ησυχία. Ο Τζέισον στέκεται εκεί με τα χέρια στις τσέπες, κοιτάζοντας προς το τέλος του διαδρόμου. Ίσως να αναρωτιέται αυτό που συνήθως αναρωτιέμαι κι εγώ: Έχουμε το δικαίωμα να διαμορφώνουμε το όνειρο που βιώνει ξύπνια;

Τα επόμενα βήματα τα γνωρίζουμε αρκετά καλά. Θα παραμείνει στο νοσοκομείο μέχρι οι ψυχίατροι να πετύχουν τη σωστή ισορροπία στην φαρμακευτική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της θα δεχτούμε ατελείωτα τηλεφωνήματα από το δημόσιο τηλέφωνο στη μονάδα. Όταν αναφερθούμε στη θεραπεία ή στα φάρμακά της θα δώσει το ακουστικό σε άλλους ασθενείς λέγοντας ότι πρέπει να μιλήσουμε μ’ αυτόν και μ’ εκείνον. Αυτή η γυναίκα είναι καλλιτέχνης. Αυτός ο άντρας γράφει ένα μυθιστόρημα. Τόσο υπέροχοι άνθρωποι.

Περνούν περίπου 20 λεπτά μέχρι να τη δούμε να στρίβει από τη γωνία του διαδρόμου. Παίρνει ορμητικά τη στροφή και κάθε της βήμα αντηχεί στα λευκά πλακάκια του νοσοκομείου σαν ελέφαντας που κατεβαίνει μια μεταλλική σκάλα. Σταματάει λίγο πριν το φορείο.

Με τίποτα, με κανένα τρόπο” λέει η μαμά.

Όχι λουρί” λέει ο Τζέισον. “Μόνο μια ζώνη ασφαλείας”.

Κοιτάζει το φορείο και το ακουμπάει σαν να ελέγχει τη θερμοκρασία μιας πισίνας προτού βουτήξει. Κοιτάζει ξανά τον Τζάρεντ μ’ εκείνη την ίδια έκφραση σαν να βλέπει μέσα στο νευρικό του σύστημα για να επαληθεύσει την ταυτότητά του. Σε μια τελευταία απόπειρα να δημιουργήσει αντιπερισπασμό ρωτάει: “Δεν σε ξέρω εσένα; Πήγαινες ποτέ στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη;”.

Απλώς μπες μέσα στο ασθενοφόρο” λέω ασθμαίνοντας. “Παρακαλώ απλώς μπες μέσα στο ασθενοφόρο”.

Δεν είχα την ευτυχία να σας γνωρίσω μέχρι σήμερα” λέει ο Τζάρεντ.

Με αυτό κάθεται στην άκρη του φορείου. Μπορώ άξαφνα να δω την εξάντληση στο κορμί της. Ο Τζάρεντ και ο Ντριού ανασηκώνουν τα πόδια της από το δάπεδο και δένουν τη ζώνη ασφαλείας. Κυλούν το φορείο περνώντας μέσα από τα επείγοντα. Τα χέρια της είναι σταυρωμένα στο στήθος της και τα μάτια της είναι κλειστά.

Ακούω έναν ήχο κουδουνίσματος και ο Τζάρεντ κι ο Ντριου κυλούν το φορείο μέσα από μια σειρά από αυτοματοποιημένες πόρτες που οδηγούν στο ασθενοφόρο. Ο Τζάρεντ ανοίγει την πίσω πόρτα και στηρίζουν το φορείο σηκώνοντάς την στο εσωτερικό. Ο Τζέισον σκαρφαλώνει στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου ενώ εγώ παρατηρώ τον Ντριού να ασφαλίζει το φορείο.

Μόλις βρίσκεται μέσα στο ασθενοφόρο ζητάει από τον Τζάρεντ να κλείσει τις πόρτες. Δείχνει αριστερά που τρέχουν αρκετά ασθενοφόρα και είναι όντως πετρελαιοκίνητα. Ο Τζάρεντ μας χαμογελάει μέσα στο ασθενοφόρο και κλείνει τις πόρτες. Μοιάζει σαν να μας έκλεισαν μέσα σε μια δεξαμενή.

Ανά πάσα στιγμή φαντάζομαι ότι οι δύο αυτοί άντρες θα χάσουν την υπομονή τους. Στο σύνολο της μέρας τους δεν είμαστε παρά μια οικογένεια. Όλα αυτά τα χρόνια που προσπαθούμε να βοηθήσουμε τη μαμά με την αρρώστια της ποτέ δεν συναντήσαμε κάποιον που να δείχνει τόση κατανόηση.

Όταν τελειώσει όλο αυτό”, λέω στον Ντριού που συμπληρώνει τη χαρτούρα, “θέλω να στείλω e-mail στην εταιρεία σας”. Ξέρω ότι ακούγομαι σαν 80χρονος που δίνει φιλοδώρημα σ’ έναν θυρωρό, σκεπτόμενος ότι φτάνει για να πάρει ένα αναψυκτικό απ’ το σούπερ μάρκετ. Αλλά εκτιμώ το χρόνο που διέθεσαν και την προσπάθεια που κατέβαλαν και αν υπήρχαν περισσότεροι πάροχοι υπηρεσιών υγείας που προσεγγίζουν τα άτομα με ψυχική νόσο με παρόμοιο τρόπο, τότε η προοπτική ανάρρωσης θα ήταν μεγαλύτερη.

Θέλω κι εγώ τα στοιχεία επικοινωνίας” λέει η μαμά. “Φροντίστε το”.

Όλοι μέσα στο ασθενοφόρο ξεσπάμε για πρώτη φορά σε γέλια.

Τότε είναι που κάθεται ο Τζάρεντ στη θέση του οδηγού και βάζει το κλειδί στη μηχανή. Επιτέλους, έχουμε τη μαμά στο ασθενοφόρο στο δρόμο για την ψυχιατρική μονάδα νοσηλείας. Περιμένω ν’ ακούσω το βρυχηθμό του κινητήρα, αλλά δεν συμβαίνει τίποτα. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα ακόμη για τον γλυκό ήχο της ανάφλεξης, αλλά πάλι …τίποτα.

Ξέρω ήδη τι πάει στραβά. Αφού περάσαμε ώρες πείθοντας τη μαμά να μπει με τη θέλησή της στο ασθενοφόρο, το ίδιο το όχημα που χρειαζόμαστε για να την οδηγήσουμε στην ασφάλεια τά ‘φτυσε. Ξαφνικά η μαμά δεν μπορεί να καθίσει ακίνητη και ο Τζάρεντ και ο Ντριού την ικετεύουν να ηρεμήσει. Η μαμά ανοίγει τη ζώνη ασφαλείας και αρχίζει να γλιστράει έξω από το φορείο.

Δεν μπορείς να κατέβεις από το φορείο από τη στιγμή που είσαι μέσα στο ασθενοφόρο” λέει ο Ντριού.

Η μαμά αρχίζει να αναπνέει ασθμαίνοντας και να κρατάει το λαιμό της. Ο Τζάρεντ κι ο Ντριού αναγνωρίζουν αυτή την παράσταση και ο Τζάρεντ λέει, ίσως στα ψέματα, ότι αν κατέβει από το φορείο τότε υποχρεούνται από το νόμο να την πάνε πίσω και θα πρέπει να βρει άλλο πλήρωμα.

Η μαμά έχει το χέρι της στη ζώνη ασφαλείας και βλέπω ότι παλεύει με τις συνέπειες – θετικό σημάδι. Στη συνέχεια τη βλέπω να ξαπλώνει στο φορείο, να διπλώνει τα χέρια της στο στήθος της και να κλείνει τα μάτια. Φαίνεται ότι εντέλει παραδόθηκε.

Αφού έφτασε το δεύτερο ασθενοφόρο ξεκινάμε το ταξίδι μας για το Η Κληματαριά μ’ εμένα ν’ ακολουθώ από πίσω με το Σουμπαρού του Τζέισον. Για ν’ αποφύγουμε την κίνηση πρέπει να οδηγήσουμε στον Route 2. Ανοίγω μια σταλιά τα παράθυρα για να νιώσω τον κρύο αέρα και με χαστουκίζω στο πρόσωπο για να καταφέρω να μην αποκοιμηθώ. Μπορώ να δω το Σωφρονιστικό Ίδρυμα της Μασαχουσέτης να εμφανίζεται στη στροφή. Στο πρώτο κόκκινο φανάρι μετά τη στροφή η μαμά αρχίζει να με χαιρετάει σαν να είμαστε σε διαφορετικά αυτοκίνητα στο δρόμο για τις διακοπές. Περιμένει να την αντιχαιρετίσω. Στέλνω ένα σύντομο χαιρετισμό και παρατηρώ ότι χαμογελάει. Παραδόξως υπάρχει ευτυχία στο πρόσωπό της. Ναι, είναι μανία, αλλά και πάλι.

Τότε είναι που βλέπω κάτι να αναπηδά στο δρόμο. Πηγαίνει κάτω από το ασθενοφόρο και βγαίνει από την άλλη πλευρά. Ακούω ένα σμακ και κάνω μια στραβοτιμονιά για ν’ αποφύγω το μεταλλικό αντικείμενο που χοροπηδάει στη λεωφόρο. Το ασθενοφόρο κόβει ταχύτητα και σταματάει στη λωρίδα ασφαλείας. Κάθομαι για μια στιγμή στο αυτοκίνητο κοιτώντας με δυσπιστία το σκασμένο λάστιχο. Ο Τζάρεντ βγαίνει από τη θέση του οδηγού και σηκώνει τα δυο του χέρια στον αέρα αποδεχόμενος ότι όλο αυτό ήταν πέρα από τον έλεγχό του. Η μαμά γελάει από το φορείο. Με τι ακριβώς δεν είμαι σίγουρος, αλλά μάλλον πρόκειται για την επίγνωση ότι πάντα θα παθαίνουμε βλάβες για να θυμόμαστε ότι είμαστε οικογένεια.
* * *

Ο Joseph A. Lapin είναι συγγραφέας, creative director, ποιητής, και δημοσιογράφος που ζει στο Σαν Ντιέγκο, στην Καλιφόρνια. Τα γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στους Λος Άντζελες Τάιμς, στα LA Weekly, Salon, Slate, The Rattling Wall, και άλλα. Μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο twitter (@josephalapin) και στο Instagram (josephlapin).

Η Danielle Chenette είναι καλλιτέχνιδα που ζει και εργάζεται στο Σικάγο. Περισσότερα έργα της υπάρχουν στο daniellechenette.tumblr.com

Πηγή: Narrative

 

Advertisements

Hit the box !

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s